ΑΡΘΡΑ

“Καταχρηστική Άσκηση Δικαιώματος” στην Αναγκαστική Εκτέλεση – Αρθ. 116 ΚΠολΔ & 281 ΑΚ.

Σύμφωνα με την ευρέως αποδεκτή άποψη στη νομική θεωρία και τη νομολογία, οι πράξεις που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο της αναγκαστικής εκτέλεσης και έρχονται σε αντίθεση με τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών πρέπει να θεωρούνται δικονομικά άκυρες. Η θεμελίωση αυτής της ακυρότητας, όπως υποστηρίζεται από τη δογματικά ορθότερη άποψη, απαιτεί τη συγκεκριμένη ερμηνεία των εννοιών της καλής πίστης και των χρηστών ηθών. Αυτή η ερμηνεία βασίζεται στο άρθρο 116 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), ενώ παράλληλα ακολουθεί τις γενικές αρχές που εφαρμόζονται στα ουσιαστικά δικαιώματα βάσει του άρθρου 281 του Αστικού Κώδικα. [Βλ. Γέσιου-Φαλτσή, Π., Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως, Γενικό Μέρος, 1998, σελ. 572].

Όπως αναφέρεται στην απόφαση υπ’ αριθ. 854/2024 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών: «Η έννοια της καλής πίστης αποδίδεται στη συμπεριφορά που αναμένεται από ένα πρόσωπο το οποίο ενεργεί σύμφωνα με τις αρχές της ευπρέπειας και της λογικής. Παράλληλα, τα χρηστά ήθη ορίζονται βάσει των αντιλήψεων που επικρατούν στην κοινωνία για τη συμπεριφορά ενός έντιμου και λογικά σκεπτόμενου ανθρώπου. Για να εκτιμηθεί αν σε μια συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει παραβίαση αυτών των αρχών, λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες, όπως τα κίνητρα και ο σκοπός του προσώπου που ασκεί το δικαίωμα, τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν και οι συνθήκες υπό τις οποίες εκδηλώθηκε η συγκεκριμένη συμπεριφορά (ΑΠ 119/2016, δημοσιευμένη στη ΝΟΜΟΣ)».

Η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος μπορεί να εκδηλωθεί με διάφορες μορφές. Για παράδειγμα, αυτό συμβαίνει όταν παρατηρείται υπερβολική δυσαναλογία ανάμεσα στο μέσο που χρησιμοποιείται για την εκτέλεση και στον σκοπό που επιδιώκεται. Επιπλέον, καταχρηστική θεωρείται η συμπεριφορά όταν ο φορέας του δικαιώματος ενεργεί κατά τρόπο που παραβιάζει τις αρχές της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών. Αυτό μπορεί να συμβαίνει, για παράδειγμα, όταν οι ενέργειες γίνονται με κακόβουλη πρόθεση ή αποκλειστικό στόχο τη ζημία του οφειλέτη ή όταν οι πράξεις εκτέλεσης οδηγούν σε υπέρβαση των εύλογων ορίων της θυσίας που μπορεί να απαιτηθεί από τον οφειλέτη (ΑΠ 558/1995, όπ.).

Για να θεωρηθεί ότι ένα δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά, είναι απαραίτητο να υπάρχει αιτιώδης σύνδεση ανάμεσα στις ενέργειες του δικαιούχου και τις επαχθείς συνέπειες που υφίσταται ο οφειλέτης. Η αξιολόγηση του κατά πόσο οι συνέπειες για τον υπόχρεο είναι ιδιαίτερα επιβαρυντικές πρέπει να γίνεται λαμβάνοντας υπόψη και τις αντίστοιχες συνέπειες που ενδέχεται να υποστεί ο δικαιούχος, εάν δεν ικανοποιηθεί το δικαίωμά του. Η αρχή της αναλογικότητας, η οποία προστατεύεται από το άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος, θέτει περιορισμούς στη χρήση μέσων εκτέλεσης. Συγκεκριμένα, αυτά τα μέσα πρέπει, πρώτον, να είναι κατάλληλα για την επίτευξη του στόχου της εκτέλεσης (αρχή της καταλληλότητας), δεύτερον, να μην υπερβαίνουν το απολύτως απαραίτητο (αρχή της αναγκαιότητας) και, τρίτον, να μην προκαλούν δυσανάλογες επιβαρύνσεις σε σχέση με το όφελος που επιδιώκεται (αρχή της αναλογικότητας υπό στενή έννοια – βλ. ΟλΑΠ 43/2005, δημοσιευμένη στη ΝΟΜΟΣ).

Ειδικότερα, πράξεις όπως η κατάσχεση και ο πλειστηριασμός περιουσιακών στοιχείων ενός οφειλέτη παραβιάζουν την αρχή της αναγκαιότητας όταν η αξίωση του δανειστή μπορεί να ικανοποιηθεί με άλλο μέσο, λιγότερο επαχθές για τον οφειλέτη. Για παράδειγμα, αν η κατάσχεση άλλων περιουσιακών στοιχείων μικρότερης αξίας επαρκεί για την κάλυψη της απαίτησης, τότε η κατάσχεση περιουσιακού στοιχείου μεγαλύτερης αξίας και η επακόλουθη ζημία που προκαλείται στον οφειλέτη θεωρούνται καταχρηστικές. Ομοίως, παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας υπό στενή έννοια προκύπτει όταν τα μέτρα εκτέλεσης που λαμβάνονται χαρακτηρίζονται από υπερβολική σκληρότητα για τον συγκεκριμένο οφειλέτη, ειδικά όταν η απαίτηση που ικανοποιείται είναι μικρής αξίας, δημιουργώντας έτσι προφανή δυσαναλογία μεταξύ των ενεργειών και του επιδιωκόμενου σκοπού.

Αξιοσημείωτο είναι ότι η ακυρότητα τέτοιων πράξεων εκτέλεσης ισχύει ακόμη και όταν δεν υπάρχουν εναλλακτικά περιουσιακά στοιχεία προς κατάσχεση (ΑΠ 2069/2007, δημοσιευμένη στην επίσημη ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου, ΜονΕφΑΘ 2634/2022, ΜονΠρΧαλκ 90/2023, ΜονΕφΑΘ 2472/2022, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ)».

You might be interested in …

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *