ΑΡΘΡΑ

Ποινική Διαπραγμάτευση – Λειτουργία θεσμού & Διαδικασία – Αρθ. 303 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας

Με τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας του 2019, όπως αυτός ισχύει σήμερα, ενισχύθηκαν οι εναλλακτικοί μηχανισμοί απονομής της Δικαιοσύνης, με σκοπό τον εκσυγχρονισμό της ποινικής διαδικασίας και την ταχύτερη επίλυση των υποθέσεων. Στο πλαίσιο αυτό, εισήχθη ένας νέος θεσμός, εμπνευσμένος από το Αγγλοσαξονικό Δίκαιο, ο οποίος αποτυπώνεται στο άρθρο 303 ΚΠΔ: η ποινική διαπραγμάτευση (plea bargaining).

Πρόκειται για μία διαδικασία που επιτρέπει την επιβολή μειωμένης ποινής, υπό την προϋπόθεση της ομολογίας του κατηγορουμένου, συμβάλλοντας στην επιτάχυνση της απονομής της δικαιοσύνης. Η διαπραγμάτευση αφορά το είδος και το ύψος της ποινής και πραγματοποιείται μεταξύ του κατηγορουμένου και του εισαγγελέα, καταλήγοντας σε ένα πρακτικό διαπραγμάτευσης. Σύμφωνα με το άρθρο 303 παρ. 1 ΚΠΔ, η διαδικασία αυτή μπορεί να εφαρμοστεί σε όλα τα αυτεπαγγέλτως διωκόμενα εγκλήματα, με εξαίρεση: α) τα κακουργήματα που επισύρουν ποινή ισόβιας κάθειρξης, β) τις τρομοκρατικές πράξεις και τις σχετικές εγκληματικές οργανώσεις (άρθρο 187Α ΠΚ) και γ) τα κακουργήματα που προσβάλλουν τη γενετήσια ελευθερία ή αφορούν οικονομική εκμετάλλευση της γενετήσιας ζωής.

Η ποινική διαπραγμάτευση μπορεί να πραγματοποιηθεί σε δύο στάδια, ανάλογα με τη φύση του αδικήματος. Σε κακουργήματα, ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του μπορεί να ζητήσει την εφαρμογή της διαδικασίας μέχρι την ολοκλήρωση της κύριας ανάκρισης, ενώ σε πλημμελήματα μέχρι την περάτωση της προανάκρισης. Σε αυτό το στάδιο υπάρχει η δυνατότητα διαπραγμάτευσης ευνοϊκότερων όρων αποφυλάκισης, όταν η αίτηση υποβάλλεται αμέσως μετά την άσκηση της ποινικής δίωξης.

Επιπλέον, η ποινική διαπραγμάτευση μπορεί να διεξαχθεί και στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, έως την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, κατόπιν αιτήσεως του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του. Σε αυτή την περίπτωση, η διαδικασία πραγματοποιείται ενώπιον του εισαγγελέα της έδρας, χωρίς δυνατότητα συμφωνίας για ευνοϊκότερους όρους αποφυλάκισης.

Αντικείμενο της διαπραγμάτευσης μπορεί να είναι μόνο η επιβλητέα κύρια ή παρεπόμενη ποινή. Η αίτηση υποβάλλεται γραπτώς, είτε στον ανακριτή για κακουργήματα είτε σε οποιοδήποτε προανακριτικό όργανο για πλημμελήματα, με τη δικογραφία να διαβιβάζεται στον αρμόδιο εισαγγελέα. Ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών ή εφετών, ανάλογα με τη βαρύτητα του αδικήματος, αξιολογεί την υπόθεση και καλεί υποχρεωτικά τον κατηγορούμενο σε αυτοπρόσωπη ή διά συνηγόρου εμφάνιση. Αν δεν υπάρξει συμφωνία, η διαδικασία συνεχίζεται κανονικά και η αίτηση θεωρείται ως μηδέποτε υποβληθείσα, ενώ το σχετικό υλικό καταστρέφεται.

Σε περίπτωση συμφωνίας, συντάσσεται πρακτικό διαπραγμάτευσης, υπογεγραμμένο από τον εισαγγελέα, τον κατηγορούμενο και τον συνήγορό του, όπου αποτυπώνονται η ομολογία, η ποινή και ο τρόπος έκτισής της. Η ποινή καθορίζεται βάσει της βαρύτητας της πράξης, των συνθηκών τέλεσης, του βαθμού υπαιτιότητας, της προσωπικότητας και της οικονομικής κατάστασης του κατηγορουμένου. Οι ανώτατες επιτρεπόμενες ποινές είναι:

  • πέντε (5) έτη φυλάκισης για κακουργήματα με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη,
  • εννέα (9) έτη για κακουργήματα με πρόσκαιρη κάθειρξη,
  • δέκα (10) έτη για κακουργήματα με πρόσκαιρη κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών,
  • δύο (2) έτη για πλημμελήματα,
  • τρία (3) έτη ως κατώτατο όριο για κακουργήματα με πρόσκαιρη κάθειρξη.

Εντός πέντε ημερών από τη σύνταξη του πρακτικού, η υπόθεση εισάγεται προς εκδίκαση με απευθείας κλήση στο αρμόδιο δικαστήριο. Το δικαστήριο, σε δημόσια συνεδρίαση, κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο βάσει του πρακτικού και των στοιχείων της δικογραφίας, επιβάλλοντας ποινή που δεν μπορεί να υπερβαίνει την συμφωνηθείσα. Παράλληλα, εξετάζει αυτεπαγγέλτως τυχόν λόγους απαραδέκτου της δίωξης (π.χ. δεδικασμένο) και δύναται να μεταβάλλει τον νομικό χαρακτηρισμό της πράξης μόνο προς όφελος του κατηγορουμένου. Στην πράξη, το δικαστήριο συνήθως επικυρώνει τη συμφωνία.

Η ποινική διαπραγμάτευση παρέχει στον κατηγορούμενο τη δυνατότητα επιβολής ηπιότερης ποινής μέσω ομολογίας, η οποία αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη διασφάλιση των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων. Σε περιπτώσεις αυτόφωρης σύλληψης, όπου το αδίκημα είναι αποδεδειγμένο, η διαδικασία αυτή είναι ιδιαίτερα χρήσιμη, καθώς διασφαλίζει την επιβολή μειωμένης ποινής σε μια βέβαιη καταδίκη.

Καθοριστικός είναι ο ρόλος του συνηγόρου του κατηγορουμένου, του οποίου η παρουσία είναι υποχρεωτική. Ο συνήγορος αναλαμβάνει τη διαπραγμάτευση με τον εισαγγελέα, αναδεικνύοντας κρίσιμα στοιχεία της υπόθεσης και επιδιώκοντας την ευνοϊκότερη δυνατή έκβαση για τον εντολέα του. Οφείλει να αξιολογήσει εάν η διαπραγμάτευση αποτελεί την καλύτερη στρατηγική, καθώς και να εξασφαλίσει την ηπιότερη δυνατή ποινή.

Συμπερασματικά, η ποινική διαπραγμάτευση αποτελεί έναν σύγχρονο και ταχύτερο τρόπο απονομής δικαιοσύνης. Παρότι δεν έχει ακόμα παγιωθεί πλήρως στην ελληνική ποινική διαδικασία, οι συνεχείς εξελίξεις δείχνουν ότι βαδίζει προς την πλήρη εδραίωσή της, οδηγώντας σε μια πιο ευέλικτη και εναρμονισμένη με τα ευρωπαϊκά πρότυπα ποινική δίκη.

You might be interested in …

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *